Μεσσηνίᾳ

Μεσσηνίᾱͅ , Μεσσήνιος
fem dat sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Μεσσηνία — Μεσσηνίᾱ , Μεσσήνιος fem nom/voc/acc dual Μεσσηνίᾱ , Μεσσήνιος fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μεσσηνία — Ιστορική γεωγραφική περιοχή και νομός (2.991 τ. χλμ., 176.876 κάτ.) της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, που υπάγεται στην περιφέρεια Πελοποννήσου. Συνορεύει Β με τον νομό Ηλείας, Α με τους νομούς Αρκαδίας και Λακωνίας, ενώ στα Δ, στα Ν και κατά ένα… …   Dictionary of Greek

  • Μεσσηνία — η η νοτιοδυτική περιοχή της Πελοποννήσου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μεσσήνια — Μεσσήνιος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μεσσηνίας — Μεσσηνίᾱς , Μεσσήνιος fem acc pl Μεσσηνίᾱς , Μεσσήνιος fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γιάνναρης, Κωνσταντίνος — (Μεσσηνία 1959 –). Σκηνοθέτης και σεναριογράφος του κινηματογράφου. Σπούδασε οικονομικά και ιστορία στο πανεπιστήμιο του Κιλ στην Αγγλία. Ξεκίνησε γυρίζοντας πολλές ταινίες μικρού μήκους, αλλά και ντοκιμαντέρ που διακρίθηκαν σε διεθνή φεστιβάλ.… …   Dictionary of Greek

  • Καλογερόπουλος, Νίκος — (Μεσσηνία 1952 –). Ηθοποιός και σκηνοθέτης. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή Αθηνών και εμφανίστηκε στο θέατρο το 1975 με την Απεργία του Γιώργου Σκούρτη. Την ίδια χρονιά εντυπωσίασε το κοινό και τους κριτικούς με μια εξαιρετική ερμηνεία στην… …   Dictionary of Greek

  • Τάσσος, Αλεβίζος Αναστάσιος — (Μεσσηνία 1914 – Αθήνα 1985). Χαράκτης. Ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της ελληνικής χαρακτικής. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και εργάστηκε κοντά σε γνωστούς ζωγράφους και γλύπτες. Για πολλά χρόνια εικονογραφούσε τα κείμενα της …   Dictionary of Greek

  • Μεσσηνίαι — Μεσσηνίᾱͅ , Μεσσήνιος fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μεσσηνίαν — Μεσσηνίᾱν , Μεσσήνιος fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.